Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Τί είναι για μας το Ά-κτιστο και πώς μεταγράφεται στην εγκατάσταση "ΑΚΤΙΣΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ΑΛΛΟΥ"

των Ερατούς Κουτσουδάκη, αρχιτέκτονος -μουσειολόγου

και Περσεφόνης Καραμπάτη, ιστορικού -μουσειολόγου

Tί είναι τελικά το «ά-κτιστο» που η Ορθόδοξη Πίστη και ο Μοναχισμός τιμά με ευλάβεια στην έννοια του άκτιστου φωτός; Πώς και η αρχιτεκτονική το χρησιμοποιεί για να ορίζει_ αντιστικτικά συνήθως_ τα όρια και τις ποιότητες του κτισμένου σε μια πολύπλευρη θεωρητική όσο και εφαρμοσμένη αναζήτηση ? Γιατί παραπέμπει τόσο ατομικά όσο και συλλογικά σε έννοιες ουτοπικές;



Η εγκατάσταση που παρουσιάζεται είναι ένας υπαινιγμός για την ανάγκη δημιουργίας του προσωπικού άκτιστου/ουτοπίας και την πορεία προς την πεισματική «κτίση του».



Ο μετανάστης αποτελεί το όχημα της προσπάθειας αυτής. Κι αυτό γιατί πρόκειται για μια περίπτωση, μία πραγματικότητα στην οποία ζούμε κι όμως αδιάφορα ή φοβικά αποφασίζουμε να παραβλέπουμε, κάνουμε ότι δεν υπάρχει, ξεχνώντας το εφήμερο των ισορροπιών στο δικό μας ουτοπικό άκτιστο status quo.



Ο προβληματισμός – αφήγηση μορφώνεται σε τρεις σκηνές, γύρω από τις οποίες στροβιλίζονται με νωχελική αγωνία, συνειρμοί και συναισθήματα.



Σκηνή Πρώτη:
Υπενθυμίζεται ακαθόριστα ότι και μεις έχουμε υπάρξει λαός ξενιτεμένος, στο πρόσφατο παρελθόν και αναπαράγεται ο νόστος της εστίας: αυτής που αφήνεις πίσω ή αυτής που δημιουργείς στο νέο τόπο προσπαθώντας να διαφυλάξεις και τη μνήμη του τόπου σου... Ωστόσο σε αυτό εδώ το σημείο κατανοείς για πρώτη φορά τη χρεία να φύγεις, να αναζητήσεις το καλύτερο. Και το ταξίδι ξεκινά.



Σκηνή Δεύτερη:
Αποτυπώνεται το σκοτάδι και η μοναξιά, ο μόχθος που κρύβει η πορεία προς το ευκταίο καλύτερο άγνωστο, μέσα απο τόπους και καταστάσεις ανοίκειες. Ο φόβος και η ανασφάλεια που δεν σου επιτρέπουν να απεγκλωβιστείς και να προχωρήσεις παρά μόνο αν παλέψεις με την ήδη σκληροτράχηλη από την ανέχεια και τον αγώνα Ψυχή και αναδυθείς από τον βυθό σου, αφού πρώτα αφεθείς αναγκαστικά με εμπιστοσύνη σε αυτό το ασαφές και σκοτεινό ξένο. Και τότε έρχεται το επιθυμητό (;!)



Σκηνή Τρίτη:
Έξοδος. Ένας κήπος, ένας χώρος α-κτιστος, όπου οι άνθρωποι προστρέχουν στη σχόλη και τη χαρά τους, όπου τα όρια και οι αποκλεισμοί λειαίνονται, η ανοχή και δυνητικά η αρμονική συνύπαρξη είναι πιο εύκολο να πραγματωθούν.
Και στο αποκορύφωμα της ευφορίας, μια υπόνοια επανάληψης της «διαδρομής», η κυκλωτική διαδικασία που αέναα μπορεί να επαναλαμβάνεται, καθώς χρειάζεται μονάχα μια στιγμή να αγγίξεις το ά-κτιστό σου για να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις ήδη θέσει στόχο για το επόμενο.



Το άκτιστο για μας είναι ο δυνητικά υπαρκτός παράδεισος του καθένα. Η ενέργεια που η επιθυμία ή η ανάγκη αυτή πυροδοτεί στην αναζήτησή του.

Για το Άκτιστο

της Μυρτώς Κωσταροπούλου, αρχιτέκτονος - διδ. Φιλοσοφίας


Το άκτιστο βιώνεται - και προσεγγίζεται αρχικώς καθώς βιώνουμε το κενό που επιτυγχάνεται δια της στέρησης, της σιωπής, της νηστείας και κατόπιν της κάθαρσης. Ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας εγκαταλείπει εκουσίως ή ακουσίως τον τόπο του, το φορτισμένο με "υλικό μνήμης" πεδίο δράσης του, προκειμένου να μεταβεί σε έναν τόπο σύγχρονο και "άλλο", χώρο για εναπόθεση της ελπίδας του. Το πρώτο κενό εμφανίζεται ως χάσμα ανάμεσα στο προσδοκώμενο και το αναμενόμενο: η στέρηση είναι η απουσία γέφυρας ανάμεσα στις δύο όχθες της πραγματικότητας. Η συνειδητή επιλογή του κενού ως τρόπου ζωής παίρνει μορφή σιωπής και νηστείας, επειδή ο "μεταφερόμενος" έχει πλέον πιστέψει στην υπόσχεση που κρύβεται πίσω από το φαινομενικό κενό. Η κάθαρση, έπειτα, είναι η σταδιακή αποπληρωμή της προσπάθειας να απεκδυθούμε το κοινωνικό μας κάλυμμα, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει ως προς την παραχάραξη της ουσίας της ύπαρξης. "Μετά-" την κάθαρση και ως ανταμοιβή της υπομονής, έρχεται το δώρο: η φώτιση, ένα φως "άλλο" από αυτό που γνωρίζουμε, ένα φως που ενθυμούμαστε και ως εκ τούτου ανα-γνωρίζουμε και το οποίο μας αποκαλύπτει ότι ανάμεσα στις δύο όχθες της πραγματικότητας, "μεταξύ" των αντιθέτων, εκεί που η ορατή πραγματικότητα "χάσκει", διανοίγεται χρόνος και γεννιέται χώρος αληθινός, εξίσου και παράλληλα πραγματικός. Η ά-κτιστη αυτή πτυχή της πραγματικότητας έρχεται να συμπληρώσει το ψηφιδωτό της ύπαρξης που οδεύει προς την αυτοπραγμάτωσή της, εγκαθιστώντας μέσα της το τρίπτυχο Τόπος-Ετεροτοπία-Ουτοπία ως αδιαμφισβήτητο παιχνίδι της Μνήμης, η οποία υπόκειται στους νόμους και τα φυσικά όρια που θέτουν η αντίληψη και η γλώσσα.